Στη μνήμη του καθηγητή Αντώνη Κανέλλη

Γράφει ο
Π. Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ
Καρακάση 79, 54453 Θεσσαλονίκη
Email: PSEcon@bio.auth.gr

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Με αφορμή κάποιες πρόσφατες περιπλοκές με τις εμπορικές και τις ψαράδικες ονομασίες, καθώς και το άρθρο για τους «σαπουνάδες», ήρθαν πάλι στην επιφάνεια τα ονόματα των αλιευμάτων και τα προβλήματα που προκύπτουν από τη χρήση τους. Κρίνεται σκόπιμο, λοιπόν, να κατατεθούν εδώ μερικές θέσεις για το φλέγον αυτό θέμα, που συνδέεται άμεσα με την εμπορία και τις καθιερωμένες πρακτικές στην ελληνική αγορά, καθώς και στις αντίστοιχες σχέσεις μας με την ΕΕ, αλλά και τη διαγραφόμενη τάση για προαστασία ορισμένων ειδών Χονδριχθύων – να δούμε πως, στην πράξη.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΛΙΕΥΜΑΤΩΝ
Συμφωνα με την ανάλυση του ονόματος «σαπουνάς» (Οικονομίδη, 2011), η ονοματολογία που χρησιμοποιείται από τους παραγωγούς και τους εμπόρους δεν είναι πάντα η ίδια κι αυτό δημιουργεί πολύ συχνά ασάφειες, παρανοήσεις κι ανακριβείς ταυτοποιήσεις με επακόλουθο πρόστιμα. Αναλυτικά το θέμα:

Ελληνικά αλιεύματα. Συνήθως, τα ονόματα προέρχονται από την πανάρχαια χρήση των ελληνικών ονομάτων από τους ψαράδες, τους εμπόρους και τους καταναλωτές, όπου όλοι ξέρουν τι είναι «κολιός» και τι «σκουμπρί». Άλλωστε, μου έχει δοθεί κι άλλοτε η ευκαιρία να μιλήσω για τα διαχρονικά ελληνικά ονόματα των ψαριών (βλέπε Οικονομίδης 1995, 2010α).

Ωστόσο, εδώ πρόκειται για εξεικευμένη προσέγγιση στις περιπτώσεις που υπάρχει σύγχυση. Το όνομα «σαπουνάς», για παράδειγμα, αποδίδεται σε περισσότερα του ενός ψάρια, πράγμα που συνέβαινε και συμβαίνει και σε πολλά άλλα, όπως π.χ. «γαϊδουρόψαρο», «χειλού», «τόνος», «λαπίνα», «γωβιός», «σαλιάρα», «γλώσσα»,«σαυρίδι», κ.ά. Πολλοί θα πουν: μα το σαυρίδι είναι ένα ψάρι. Λάθος. Στις ελληνικές θάλασσες υπάρχουν τρία είδη σαυρίδια. Πως τα ξεχωρίζουμε; Υπάρχει τρόπος κι οι ψαράδες το ξέρουν.

Επομένως καλό είναι να έχει το καθένα ξεχωριστό κοινό όνομα. Δηλαδή, κοινό όνομα για κάθε είδος – είναι δεν είναι εμπορεύσιμο. Αυτή η ιδέα – που είχε αρχικά γερμανική προέλευση – εφαρμόστηκε πρώτα στα πουλιά, όπου ο υποφαινόμενος, όταν ήταν νεαρός, δούλεψε υπό τον καθηγητή Α. Κανέλλη κι εκείνος του έδινε για «δεύτερο μάτι» το δοκίμιο με βάση το χειρόγραφό του (βλέπε Kanellis, 1969).

Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν ή θυμούνται ότι τα καθιερωμένα πια ονόματα των πουλιών όπως: λευκοτσικνιάς, αργυροπελακάνος, νανόχηνα (που έγινε και ταινία), και τόσα άλλα, έχουν επινοηθεί από τον Κανέλλη; Ήθελε, μάλιστα, να κάνουμε μαζί το ίδιο και για τα ψάρια – πράγμα πολύ πιο δύσκολο. Γι’ αυτό και πέρασε πολύς καιρός έως ότου γίνει αυτό πραγματικότητα – ενώ στο μεταξύ όλο μου γκρίνιαζε.

Η αρχή έγινε με τα ψάρια του γλυκού νερού (Οικομομίδης, 1992) κι αργότερα και για τα θαλασσινά (Οικονομίδης & Κουτράκης, 2001) όταν προτάθηκαν κοινά ονόματα γενικής χρήσης – χωρίς, ωστόσο, ο Κανέλλης να προλάβει να τα δει, ενώ, στο μεταξύ ο ίδιος είχε κάνει τα ονόματα για τα Αμφίβια-Ερπετά και τα Θηλαστικά. Η καθιέρωση των εθνικών ονομάτων για τα ψάρια ήταν ανάγκη, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να συνεννοούμαστε μεταξύ μας: λιμεναρχεία, ψαράδες, υπηρεσίες,σύλλογοι, ερασιτέχνες.

Όλοι, σε όλη την Ελλάδα, αλλά κι έξω. Στην πρώτη φάση, τα ονόματα επιλέχτηκαν μεταξύ αυτών που χρησιμοποιούνταν – αν υπήρχαν -, είναι ελληνικά και θυμίζουν ψάρι. Έτσι, ονόματα όπως: «αλέτρι», «σύκο», «μπουμπουτζής», «καραγκιόζης», «μυρσίνι», «ντερέ μπαλίκ», κι άλλα παρόμοια, δεν χρησιμοποιήθηκαν. Έπρεπε να αποδίδονται σε ψάρι κι όχι σ’ εργαλείο ή φρούτο, ούτε να είναι ξενικά και μάλιστα τούρκικα! Μερικές φορές κρατήθηκαν τα σύνθετα, ενώ αυτά που απορρίπτονται από επίσημα πρέπει να μένουν στη λίστα ως τοπικά συνώνυμα.

Κι αν δεν υπήρχε όνομα για το είδος ή αποδιδόταν συλλογικά στο γένος π.χ. «σαυρίδι» (=Trachurus), «χειλού» (=Labrus), «λαπίνα» (=Symphodus), κ.λπ., φτιάχτηκε ένα εύηχο σύνθετο για κάθε είδος όπως «ασπροσαύριδο» (=Trachurus mediterraneus), «σμερνοχειλού» – υπάρχει στον Ποταμιάνο (=Labrus bergylta), «στικτολαπίνα» (=Symphodus cinereus) δηλαδή «λαπίνα που έχει στίγματα», όπως κάνουν κι οι ψαράδες όταν λένε πετρομπάρμουνο, λασπομπάρμουνο, πετρογωβιός, σαργοπαπάς, κ.ά.

Αυτές τις προτάσεις δώσαμε κι αυτούς τους κανόνες ακολουθούμε. Όμως καιρός είναι να γίνει αναθεώρηση και βελτίωση μ’ ενσωμάτωση και των απόψεων των ψαράδων. Η χώρα έχει ανάγκη να προσαρμοστεί με τις οδηγίες της ΕΕ, όπου υπάρχουν για όλα τα αλιεύματα, απ’ όλο τον κόσμο, επίσημες ονομασίες στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, κ.λπ. κι όπου, όταν ζητείται, μερικοί δικοί μας δίνουν ονόματα περίπου αυθαίρετα, συνήθως μεταφράζοντας ξένα – το κάναμε κι εμείς για μερικά, εκεί που υπήρξαν μεγάλες δυσκολίες – όχι όμως παντού. Επιβάλλεται να δώσουμε δικά μας που να χρησιμοποιούνται από όλους, εδώ κι έξω, ως και στα σχολεία – όπως στα πουλιά.

Για να γίνει κατανοητό το πρόβλημα καταθέτω το εξής περιστατικό: πρόσφατα στη λαϊκή ρωτώ ένα πατριώτη μου ψαρομανάβη που με ξέρει καλά: πως το λέτε αυτό; «Μούκι», μου λέει κι ήταν το Pagellus acarne. Και το «μουσμούλι» ποιό είναι; Ξαναρωτώ. Να αυτό, και μου δείχνει έναν «κεφαλά» (Pagellus bogaraveo) με τα πελώρια μάτια και τη μαύρη βούλα στα πλευρά. Σύγχυση, δηλαδή, η οποία συχνά είναι οδυνηρή γιατί τα λιμεναρχεία βάζουν πρόστιμα κι οι ψαράδες διαμαρτύρονται, μάλλον δίκαια. Να κάνουμε, λοιπόν, κάτι για να βελτιώσουμε την κατάσταση.

Αλιεύματα εισαγωγής. Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα και με αυτά. Κι αυτό γιατί οι εισαγωγές είναι απαραίτητες σε πολλές χώρες της ΕΕ, όπου υπάρχει έλλειμμα σε αλιεύματα. Κι αυτές γίνονται από τρίτες χώρες – αλλά όχι μόνο -, συνήθως από εκείνες που κάποιες, τέως μητροπόλεις, έχουν παλιούς δεσμούς ή διμερείς σχέσεις (μαζί τους κι η Τουρκία, όπου η Επίτροπος μας εισπράτει «ανατολίτικα» χαμόγελα μόνο, ενώ τίποτε δε γίνεται για να πειθαρχίσει η γειτόνισσα σε κανόνες που είναι υποχρεωτικοί για τους έλληνες ψαράδες!).

Μέγα πρόβλημα που το έχουμε αναπτύξει κι αλλού (βλέπε π.χ. Οικονομίδης, 2010β), αλλά εδώ θα περιοριστούμε στο μεγάλο μπλέξιμο με τα ονόματα αλιευμάτων εισαγωγής. Υπάρχουν, βέβαια, και τα παράνομα IUU αλιεύματα κι η εμπορική τους ονομασία, που νομιμοποιούνται μέσω… διαύλων εισαγωγής κι εμπορίας αλλά και… μεσοπέλαγα! Η Ελλάδα είναι μάλλον ανοργάνωτη, αφού οι έλεγχοι κι οι γνωματεύσεις είναι πλημελείς, ενώ δεν λείπουν κι οι καβγάδες.

Οι εισαγωγείς π.χ. επιδιώκουν να πάρουν εμπορικό ελληνικό όνομα, και συχνά το πετυχαίνουν ακόμα και χτυπώντας τη γροθιά στο τραπέζι – ήμουν παρών κάποτε που έγινε. Έτσι, δε δέχονται το όνομα «κατσικόψαρο Σενεγάλης» για το ψευτομπάρμπουνο Σενεγάλης (Pseudupeneus prayensis), όπως το λένε οι εγγλέζοι, αλλά «μπαρμούνι Σενεγάλης», οπότε στους πάγκους και στα εστιατόρια (ακόμα και στο Πλωμάρι – ξέρω τι λέω!), πάει περίπατο το «Σενεγάλης». Άσε που προβάλετε και το βαρύγδουπο: «έλα, μωρέ, το ίδιο είναι!».

Όπως και με το «λυθρίνι» Αργεντινής (έφαγα τέτοιο σε σπίτι ειδικού) και πολλά δήθεν «καλαμάρια» που είναι θράψαλα! (Μου έχουν πει ακόμα πως αποψύχουν μικρά «καλαμάρια» και τα πουλάνε για νωπά!). Εντάξει να τα φάμε. Αλλά να ξέρουμε τι είναι. Όχι σαν τα αλλόχρωμα «φαγγριά» και «σαργούς» ιχθυοκαλλιέργειας, που συχνά πουλιούνται για δήθεν ελευθέρας βοσκής! Κι άλλα, κι άλλα.

Να βάλουμε τάξη, λοιπόν. Επειγόντως. Για το καλό όλων, αλλά βασικά των καταναλωτών. Ας βοηθήσουν κι οι ψαράδες να φτιαχτεί μιά ανανεωμένη κι αδιάβλητη Ελληνική Ονοματολογία αλιευμάτων. Κι ας πιέσουμε ΟΛΟΙ, π.χ. με μηχανισμό καταγγελιών, να εφαρμοστεί. Και να γίνονται έλεγχοι παντού, αλλά κι εκπαίδευση των… ελεγκτών. Εγώ μπορώ να το κάνω με τους συνεργάτες μου κι ας είμαι σε μόνιμη… εφεδρεία! Περιμένω, όμως, και προτάσεις.

ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Το θέμα είχε θιγεί στο προηγούμενο κείμενο σαπουνάδες (Οικονομίδης, 2011β). Εδώ θα πούμε λίγα ακόμα, κυρίως για τα ψάρια αυτά, για να συμπληρωθεί η εικόνα. Αλιεία κι εμπορία. Οι καρχαρίες και τα σκυλόψαρα, γενικά, ψαρεύονται σπάνια και μάλλον τυχαία. Συστηματικά ψαρεύονται με παραγάδια και δίχτυα, κυρίως οι γαλέοι κι οι ρίνες, ενώ οι μηχανοτρατες πιάνουν σκυλοψαράκια, δροσίτες, κεντρόνια και βάτους που πουλιούνται γδαρμένα κι ακέφαλα – συχνά και τεμαχισμένα.

Τα μεγάλα άτομα, ειδικά, πουλιούνται, τεμαχισμένα, ως δήθεν γαλέος ή ρίνα, αν και δεν έχουν (γευστική) σχέση με τα όντως ευγενή αυτά ψάρια με τη λευκή κι εύγευστη σάρκα, γιατί π.χ. η λευκή σάρκα του «εξακαρχαρίας» (Οικονομίδης, 2011β) έχει γεύση σαπουνιού. Το κόλπο, λοιπόν, είναι στο «δήθεν» ή στο «μοιάζουν» και σαν τέτοια τα αγοράζει το απληροφόρητο κοινό.

Η τυποποίηση κι οι έλεγχοι. Αυτά τα ξέρουν οι ψαράδες που οφείλουν να κάνουν συμμάχους τους καταναλωτές, γιατί από αυτούς ζουν. Με ποιο τρόπο; Μα φυσικά με οδηγίες ώστε να προσέχουν τι αγοράζουν. Αλλά και με το να πωλούν επώνυμα και τυποποιημένα αλιεύματα κι όχι ό,τι ανακατεύει ο ψαρομανάβης. Όπου μπορούν, κι εφόσον γίνεται, ακόμα και σε δικά τους πρατήρια – φέτα γαλέο και ρίνα, γαρίδες, καραβίδες, κουτσομούρες και μπαρμπούνια, μπακαλιάροι, κ.ά – όπως τα μύδια.

Αν ο καταναλωτής θέλει ν’ αγοράσει φτηνό ψάρι-σαπουνά, ας το κάνει. Αλλά να ξέρει. Μου λένε ότι από την ΕΕ, υπάρχουν αγορανομικές διατάξεις κι οδηγίες. Ε΄, και; Ποιός τις εφαρμόζει; Οι επιφορτισμένοι ελεγκτές πρέπει πρώτα να εκπαιδευτούν και μετά να βγαίνουν και να πηγαίνουν για επιθεώρηση σε κάποια λαϊκή ή ψαραγορά, όχι με το γνωστό επίσημο τρόπο, αλλά «ανώνυμα». Να παρατηρούν πρώτα για να καταλαβαίνουν και να ρωτούν τι γίνεται και μετά να συντάσσουν εκθέσεις.

Και πριν εισηγηθούν μέτρα να προηγούνται συσκέψεις και μελέτη από ειδικούς. Μετά, όχι μόνο με βαρύγδοπους «φετφάδες» και τελειώσαμε, αλλα ουσιαστικός και συνεχής έλεγχος με νουθεσίες, αλλά και με μεζούρες και … πετρέλαιο – ακόμα και σαν απλή απειλή, αν ισχύει η παλιά διάταξη. Όσο για την οδηγία προέλευσης του αλιεύματος (τα περίφημα FAO 37, κ.λπ) λίγοι την εφαρμόζουν.

Αλλωστε, σε μας εδώ, στη Θεσσαλονίκη, είναι αξιοπερίεργο που όλα σχεδόν τα αλιευματα είναι από… τη Χαλκιδική – ενώ δεν είναι! Η κατάσταση δικαιολογεί τη διαπίστωση ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά οι Αρχές χάνουν την υπόληψή τους στα μάτια των καταναλωτών-παραγωγών-ψαράδων.

Οι καρχαρίες, τα φτερά κι η σούπα. Στις επιτροπές ειδικών της ΕΕ αναπτύχθηκε, από χρόνια, στις συσκέψεις η ιδέα ότι κάποια μεγαλόσωμα καρχαροειδή, όπως οι σαπουνάδες, χρειάζονται προστασία, γιατί τα μεγάλα άτομα δύσκολα αναπληρώνονται πληθυσμιακά. Μερικά είδη, μάλιστα, βρίσκονται και σε πίνακες προστασίας (βλέπε: Λεγάκις & Μαραγκού, 2009). Όμως, οξύτερο εμφανίστηκε το πρόβλημα με τα «φτερά» του καρχαρία – για την περίφημη «σούπα» των καλοφαγάδων – και για τη βαρβαρότητα που προηγείται, με τους ακρωτηριασμούς κατά τη σύλληψη.

Μαθαίνω ότι η ΕΕ εξέδωσε ψήμισμα, αλλά αυτό που είχαμε υποδείξει κάποτε, δηλαδή: να απαγορευτεί παντελώς η εισαγωγή φτερών, δεν έχει ακόμα θεσπιστεί γιατί τάχα μου «οι φτωχοί ψαράδες θα χάσουν τη δουλειά» τους, ενώ το πρόβλημα είναι οι πανίσχυροι εισαγωγείς που βγάζουν λεφτά, τα εστιατόρια με την πελατεία τους, επίσης, κι οι γευσιλάτρες με τις, ενδεχόμενα, οικολογικές ευαισθησίες, που θα χάσουν τη σούπα!

Οι ακτιβιστές, που συχνά κάνουν τόσα παράτολμα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε να ρίξουν πετρέλαιο στη μαρμίτα με τη «σούπα». Μπορούν όμως; Η φοβούνται τους φουσκωτούς και τις μηνύσεις; Ενώ για τις «ναυμαχίες» με τα ψαράδικα και τα «γουνοφόρα της Καστοριάς», μπορούν… (βλέπε κι Οικονομίδης, 2010γ).
Πάντως, πληροφορώ κάθε ενδιαφερόμενο ότι υπάρχουν ιστότοποι για το θέμα, όπου διαβάζει κανείς, ανάμεσα σε τόσα ενδιαφέρονται, και τις αφελείς απλουστεύσεις ορισμένων ΜΚΟ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Kanellis A., 1969 (editor). Catalogus Fauna Graeciae. Aves, by Bauer W., M. Helversen, M. Hodge & J. Mertens
Λεγάκις Α & Π. Μαραγκού. 2009 (Επιμέλεια έκδοσης). Το Κόκκινο Βιβλίο των απειλουμένων ζώων της Ελλάδος. Έκδοση Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας, 525 σελίδες.
Οικονομίδης Π. Σ., 1973. Κατάλογος των ιχθύων της Ελλαδος. Hellenic Oceanology and Limnology, 11: 421-598.
Oικονομίδης Π. Σ., 1992. Ψάρια. The Red Data Book of Threatened Vertebrates of Greece. σελ. 41-81.
Oικονομίδης Π.Σ., 1995. Tα ψάρια του Aιγαίου και της Σύμης. Aλιευτικά Nέα, Nο 163 (Iανουάριος, 1995): 85-88.
Οικονομίδης Π. Σ. & Ε. Κουτράκης, 2001. Κοινά εμπορικά ονόματα θαλάσιων οργανισμών. ΑΠΘ, Ανέκδοτη Τεχνική Έκθεση.
Οικονομίδης Π. Σ., 2010α. Τα ψάρια και τα ονόματά τους. Η Φύση, Νο 129, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 2010: 12-15.
Οικονομίδης Π. Σ., 2010β. Η Ελληνική Αλιεία κι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλιευτικά Νέα, Νο 345, Ιούνιος 2010: 22-25.
Οικονομίδης Π. Σ., 2010γ. Η Μεσογειακή Αλιεία σε ταραχή. Αλιευτικά Νέα, τεύχος 348 (Οκτώβριος 2010): 40-46.
Οικονομίδης Π. Σ., 2011. Οι σαπουνάδες. Αλιευτικά Νέα, τεύχος 361 (Δεκέμβριος 2011):

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.